Skip to content

PARTY’S OVER – STARTS OVER

Η δουλειά της Λυδίας Δαμπασίνα Party’s over – Starts over (Το γλέντι τελείωσε – Το γλέντι ξαναρχίζει) ξεκίνησε το 2008 στον απόηχο της κατάρρευσης μιας από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες στις Η.Π.Α., της Lehman Brothers, και της οικονομικής αναρχίας που αυτή σηματοδότησε. Η δουλειά ολοκληρώθηκε το 2011, με την κρίση να παίρνει πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο δραματικές και ανεξέλεγκτες διαστάσεις, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις με απρόβλεπτες και απροσδιόριστες συνέπειες, πυροδοτώντας νοσηρά φαινόμενα και παθογενείς συμπεριφορές, βίαιες πολιτικές και πρακτικές, αποσπώντας επικίνδυνα την οικονομία από τη σφαίρα της κοινωνίας και της πολιτικής, εντείνοντας τα αδιέξοδα και τις ανισότητες, τις δυσαρμονίες και τις διαχωριστικές γραμμές, εξανεμίζοντας τις όποιες ελπίδες για ανάκαμψη, διαλύοντας τον κοινωνικό ιστό και την αίσθηση κοινότητας, αλληλεγγύης και ενότητας, κατακρημνίζοντας τη συλλογικότητα σε μια ατομικότητα ερμητική, εγκαθιστώντας με τον πιο κυνικό και αμετάκλητο τρόπο το κράτος του φόβου, της απειλής και της διαρκούς ανασφάλειας, εγκλωβίζοντας και υποβάλλοντας τον άνθρωπο σ’ έναν σκληρό και αμφίβολο αγώνα επιβίωσης, σε μια τρομακτική ερημιά.

Ο τίτλος, ανοιχτός και διφορούμενος, φαίνεται να υποδηλώνει και να οριοθετεί το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης, η οποία ωστόσο εμφανίζεται ως μετάλλαξη και εφιαλτική συνέχεια της πρώτης – τα ίδια φαινόμενα αναδύονται τώρα στην ακραία υπερβολή τους, διαφορετικές πράξεις του ίδιου δράματος.

Με εκκίνηση την εννοιολογική τέχνη, η Δαμπασίνα παρουσιάζει μια σειρά σκηνοθετημένων αναλογικών εικόνων μεγάλων διαστάσεων, από την ίδια οπτική γωνία, στον ίδιο πάντα χώρο. Το κάθε έργο απαρτίζεται από δύο ξεχωριστά μέρη οργανωμένα στην ίδια επιφάνεια: στο επάνω μέρος του παρατηρούμε τη φωτογραφία στην ολότητά της, ενώ ένα κείμενο που προέρχεται, ως επί το πλείστον, από τον ελληνικό ή τον γαλλικό ημερήσιο Τύπο, είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος του. Η σύνδεση εικόνας και λόγου, αισθητικής και γνωστικής αξίας, παίζει σημαίνοντα ρόλο και στη συγκεκριμένη δουλειά της Δαμπασίνα.

Όπως και σε μια προηγούμενη ενότητα δουλειάς της, το Family story, χρησιμοποιεί το κείμενο σε μια αδιάσπαστη, διαδραστική και αλληλοσυμπληρούμενη σχέση με τη φωτογραφία, δημιουργώντας μια νέα συνθήκη, ένα νέο σώμα που αποκαλύπτει και υπονομεύει, προειδοποιεί και επερωτά, παρακινεί και συναντά τον αποδέκτη του, ενεργοποιώντας τους γνωστικούς μηχανισμούς του, τις νοητικές και συναισθηματικές του λειτουργίες. Άλλοτε μια ήδη υπάρχουσα φωτογραφία οδηγεί στην επιλογή του κειμένου και άλλοτε ένα κείμενο στέκεται η αφορμή για τη δημιουργία μιας νέας εικόνας. Πολλές φορές, μια σύντομη φράση απομονώνεται και αποσπάται από τα συμφραζόμενα, προσαρμόζεται σ’ ένα καινούργιο πλαίσιο για να νοηματοδοτήσει με ένταση την εικόνα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η καλλιτέχνης δεν παραλείπει να συμπεριλάβει την παραπομπή, σημειώνοντας την πηγή απ’ όπου προέρχεται το κείμενο. Τα έργα ανακαλούν τα εμβλήματα του παρελθόντος – αλχημιστικές εικόνες, μυστικιστικά σύμβολα με αινιγματικό περιεχόμενο που επισφραγίζονται μ’ ένα λακωνικό επίγραμμα.

Η γωνία θέασης, η εστία φωτισμού, η ακριβής μετωπική οργάνωση, η αυστηρότητα, η συμμετρία και η ισορροπία της σκηνοθεσίας, σε συνάρτηση με την άρτια και εξαντλητική τεχνική επεξεργασία των φωτογραφιών αποτελούν ορισμένα μόνο από τα μέσα που αξιοποιεί η Δαμπασίνα για να αποδώσει τη ζωτικότητα των θεμάτων στην ενότητα.

Σ’ έναν ουδέτερο, εσωτερικό χώρο, μπροστά σ’ έναν λευκό τοίχο, το παλιό ξύλινο τραπέζι στο πρώτο επίπεδο κυριαρχεί – σκηνή και βωμός μαζί, μια ιδιότυπη τράπεζα προσφορών και τελετουργικής απόθεσης. Οι ανθρώπινες μορφές, όταν εμφανίζονται, και τα αντικείμενα, περίκλειστα και αυτάρκη ως μεταμοντέρνες «νεκρές φύσεις», εγκαθίστανται και διεκδικούν τη δική τους θέση σ’ αυτό το λιτό σκηνικό, λειτουργούν αλληγορικά απέναντι στις σύγχρονες πραγματικότητες. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη: μια προσεκτικά διπλωμένη ελληνική σημαία (Όλοι οι δρόμοι είναι κλεισμένοι)· ένα ποτήρι νερό (Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο)· ένα σώμα χωρίς κεφάλι (Η οικονομία ακέφαλο τέρας)· ένα μαχαίρι καρφωμένο στο κόκαλο (Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει, ολοένα ταξιδεύει)· μια πιατέλα με σταφύλια (Τα σταφύλια της οργής)· ένα καρβέλι ψωμί – αναφορά στο σημερινό κλίμα με τις κυβερνήσεις να κόβουν τις πιστώσεις για τον πολιτισμό (Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος)· τα υπολείμματα ενός ανθρώπινου εγκέφαλου (1330 γραμμάρια φαιάς ουσίας που συνοψίζουν την ιστορία της ανθρωπότητας, τα πάθη και τις αμφιβολίες της)· τα πολύχρωμα φτερά ενός παγωνιού – υπόμνηση στην απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας… Και ξαφνικά η σκηνή σκοτεινιάζει, το φως χάνεται – Πένθος είναι όταν απαγορεύεις την είσοδο στο φως. Εικόνες που σημαδεύουν και στοιχειώνουν το μυαλό μας, που δεν κραυγάζουν αλλά απευθύνονται και συνδιαλέγονται, που προκαλούν ισχυρές εντυπώσεις. Εικόνες ανοιχτά ερωτήματα και σύγχρονα αινίγματα, που μόνες τους ή σαν σύνολο, διατηρούν τη δύναμη και την επιβολή τους, επικαλούνται και αξιώνονται κάτι περισσότερο από το προφανές. Και συνάμα, επιβάλλονται με την εξαιρετική αισθητική τους. Στις συνθέσεις της Δαμπασίνα η ευαισθησία και η ποιητικότητα συμβιώνουν με την ωμότητα και τη σκληρότητα, το ενδόμυχο με το φανερό, το ιδιωτικό με το δημόσιο, το ατομικό με το καθολικό, η φιλοσοφική με τη μεταφυσική διάσταση, η μελαγχολία με την εσωτερικότητα της αποξένωσης, η πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, η καθαρότητα της εικόνας με μια σκηνογραφική πρακτική, η ανατρεπτική διάθεση με τις λιγότερο ή περισσότερο εμφανείς συμβολικές αναφορές.

Με τρόπο συστηματικό και προσωπική ένταξη, εμμονή, πειθαρχία, αδιαπραγμάτευτη άποψη και καίριο προβληματισμό, μετουσιώνει τις βιωματικές εικόνες σ’ ένα υποβλητικό σύνολο το οποίο επιτρέπει την άμεση συνομιλία με τον θεατή, υπερβαίνοντας ωστόσο την απλή επικοινωνία της καλλιτεχνικής πρότασης. Κρατώντας μια συνειδητή ηθική στάση, η Λυδία Δαμπασίνα προσεγγίζει και διερευνά τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα ενός κατακερματισμένου κόσμου που έχει απολέσει τα σημεία αναφοράς και τη συνοχή του, απεικάζει τη ζωτική της σχέση μ’ αυτόν, εξομολογείται ανολοκλήρωτες προσπάθειες και τραυματικές εμπειρίες, πληγωμένες επιθυμίες και συναισθηματικές ανασφάλειες σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, προτρέπει σε κριτική ενδοσκόπηση, εκφράζει την ετοιμότητα και τη θέση, την αντίσταση και την ενεργό παρέμβαση του σύγχρονου δημιουργού απέναντι στα προβλήματα της εποχής του, σχολιάζει τις αντινομίες, τους διχασμούς και τις δυσλειτουργίες της ύπαρξης και της ανθρώπινης κατάστασης, αναφέρεται σε διαφορετικές εκδοχές και εκφάνσεις της κρίσης – οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, πολιτισμικής, ιδεολογικής, ηθικής.

Και αυτό το επιτυγχάνει όχι θεματικά και εικονογραφικά, αφηγηματικά και περιγραφικά, αλλά δομικά και εσωτερικά μέσα από την ίδια την εικαστική γραφή των έργων, τη στροφή στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, την αλήθεια και τη συγκίνηση, τη ζωντάνια και την εντιμότητα της γνήσιας δημιουργίας, προτείνοντας ταυτόχρονα την απεμπλοκή και την «έξοδο» από την κρίση με την υιοθέτηση νέων μορφών συνύπαρξης και επικοινωνίας, τη θεμελίωση μιας ριζικά καινούργιας ανθρωπολογίας. Οι συνθέσεις της συγκροτούν μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μορφοποίηση, που έρχεται να επιβεβαιώσει τις ποιότητες και τις δυνατότητες της δημιουργίας της, μια πολλαπλή σύνδεση εικόνων και καταστάσεων, μια καλλιτεχνική σύλληψη, μια νοητική πρακτική και κατασκευή, ένα ενιαίο εικαστικό περιβάλλον, πρωτότυπο και ευρηματικό, καθηλωτικό και υπαινικτικό, ταυτόχρονα όμως πλούσιο και μεστό σε περιεχόμενο, συνδηλώσεις και πολλαπλές αναγνώσεις.

Μία μεγάλη εγκατάσταση και τρία μικρότερα έργα στον χώρο ολοκληρώνουν την ενότητα της έκθεσης Party’s over – Starts over. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος από πολυεστέρα κυριολεκτικά αναπνέει μέσα στη γυάλα με το νερό, η ζυγαριά με τις σκόνες λαμπερού μπλε και πράσινου χρώματος (Ένα βυζαντινό παιχνίδι μπλε πράσινο) αναφέρεται, με μια ειρωνική αίσθηση στη σημερινή ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Η ξύλινη σκάλα με την επιγραφή (Αυτό είναι το τελευταίο σκαλοπάτι, μην πατάτε πέραν αυτού), λειτουργεί ως σύνδεση με το μυστηριώδες επέκεινα. Η αρχική γοητεία και η έλξη της εγκατάστασης με τις 185 κρεμάλες από λευκά σεντόνια, και η φαινομενική ηρεμία υποχωρούν μπροστά στην ένταση που προκαλεί αυτό το ανοίκειο περιβάλλον. Τα έργα αυτά, με τη σειρά τους, επικυρώνουν το αντισυμβατικό πνεύμα, τη γόνιμη φαντασία, την εικονοπλαστική δεινότητα και τον μαγικό χαρακτήρα της τέχνης της Λυδίας Δαμπασίνα.

Γιάννης Μπόλης
ιστορικός της τέχνης
επιμελητής του
Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη

 

Party’s over – Starts over

Le travail de Lydia Dambassina Party’s over – Starts over (La Fête est finie – La Fête recommence) a commencé en 2008 dans le sillage de l’effondrement de Lehman Brothers, l’une des plus grandes banques d’investissement américaine, et de l’anarchie économique qu’il a déclenché. Le travail a été achevé en 2011, avec la crise qui prend désormais une dimension mondiale, aux proportions dramatiques et incontrôlables, entraînant, par un effet domino aux conséquences imprévisibles et incertaines, des phénomènes malsains et des comportements pathogènes, des politiques et des pratiques violentes, écartant dangereusement l’économie de la sphère sociale et politique, renforçant les impasses et les inégalités, les dysharmonies et les lignes de rupture, anéantissant tout espoir de reprise, décomposant le tissu social et le sentiment d’appartenance communautaire, de solidarité et d’unité, annihilant la collectivité au profit profit d’un individualisme fermé, installant de la manière la plus cynique et irréversible un état de peur, de menace et d’insécurité constantes, acculant l’homme et le renvoyant de force à une lutte âpre et incertaine pour sa survie, l’emprisonnant dans un désert terrifiant.

Le titre, ouvert et ambigu, semble indiquer et délimiter la fin d’une ère et le commencement d’une autre qui, cependant, apparaît comme la mutation et la suite cauchemardesque de la première – les mêmes phénomènes sont en train d’émerger sous une forme extrême et radicale, tels des actes différents d’un même drame.

En partant de l’art conceptuel, Dambassina présente une série d’images analogiques de grandes dimensions, mises en scène avec la même perspective et toujours dans le même espace. Chaque œuvre se compose de deux parties distinctes organisées sur la même surface: sur la partie supérieure nous observons la photographie dans son intégralité, et un texte généralement emprunté à des quotidiens grecs ou français, est placé sur la partie inférieure. L’association image et discours, valeur esthétique et cognitive joue, comme dans les autres oeuvres de Dambassina, un rôle essentiel.

Comme dans un travail précédent, Family story, elle place le texte dans une relation constante, dialectique et complémentaire avec la photographie, créant une situation nouvelle, un objet nouveau, un objet révélateur et subversif, qui réveille et interpelle, provoque une réaction et rencontre son destinataire en activant ses mécanismes cognitifs, ses fonctions intellectuelles et émotionnelles. Tantôt une photo existante conduit à la sélection du texte, tantôt c’est un texte qui est à l’origine d’une nouvelle image. Souvent, une courte phrase isolée et détachée de son contexte, s’ajuste à un nouveau contexte pour donner à l’image son sens et sa tension. Dans tous les cas, l’artiste indique toujours sa référence, en notant la source d’où provient le texte. Les oeuvres évoquent des emblèmes du passé – images alchimiques, symboles mystiques au contenu énigmatique estampillés par un épigramme laconique.

L’angle de vision, l’éclairage, la présentation frontale, la rigueur, la symétrie et l’équilibre de la mise en scène, en parallèle avec la perfection technique des tirages photographiques, ne sont que les outils parmi d’autres dont Dambassina se sert pour redonner leur vitalité à ses sujets.

Au premier plan, dans un lieu neutre, dans un espace intérieur, devant un mur blanc, la vieille table en bois domine simultanément scène et autel, singulière table d’offrande et de dépôt rituel. Les figures humaines, quand elles apparaissent, et les objets, emprisonnés et autosuffisants comme des «natures mortes» postmodernes, s’installent dans ce décor sobre en y revendiquant leur place, et, face aux réalités présentes, revêtent une fonction allégorique. Les images se succèdent: un drapeau grec soigneusement plié (Tous les chemins sont sans issue); un verre d’eau (Que cette coupe passe loin de moi); un corps sans tête (La finance monstre sans tête); un couteau planté dans l’os (Entre temps la Grèce voyage, sans cesse voyage); un plat de raisins (Les Raisins de la Colère); un pain, référence au contexte actuel où les gouvernements réduisent les crédits destinés à la culture (L’homme ne vit pas seulement de pain); les vestiges d’un cerveau humain (1330 grammes de matière grise qui résument l’histoire de l’humanité; ses passions et ses doutes); les plumes colorées d’un paon, rappel de la vanité et de ses séductions illusoires… Et puis soudain, la scène devient sombre, la lumière disparait – Le deuil: c’est quand tu interdis l’entrée à la lumière; Images qui marquent et hantent notre esprit, qui sans vociférer s’adressent à nous et engagent un dialogue, laissant une impression durable. Images qui sont des questions ouvertes et des énigmes contemporaines, qui, prises ensemble ou isolément, conservent leur puissance et leur autorité, invoquent et exigent quelque chose qui dépasse l’évidence. Et en même temps, elles s’imposent par leur qualité esthétique. Dans les compositions de Dambassina, la sensibilité et la poésie cohabitent avec la brutalité et la cruauté, le secret avec le visible, le privé avec le public, l’individuel avec l’universel, la dimension philosophique avec la dimension métaphysique, la mélancolie avec l’intériorisation de l’aliénation, la réalité avec la fiction, la pureté de l’image avec la mise en scène, l’attitude subversive avec des références symboliques plus ou moins reconnaissables.

De façon systématique, en tissant entre eux des éléments de sa personnalité – persévérance, discipline, points de vue non négociables et réflexion critique, elle transmute les images nées de son expérience en un ensemble évocateur qui permet une conversation directe avec le spectateur, tout en dépassant la simple communication d’une proposition artistique. En gardant une attitude morale consciente, Lydia Dambassina approche et explore les contradictions et la complexité d’un monde fragmenté désormais dépourvu de points de repère et de cohérence, donne à voir sa relation vitale avec lui, confesse des tentatives inachevées et des expériences traumatiques, des désirs avortés et des insécurités émotionnelles, tant au niveau personnel que collectif. Elle cherche à provoquer chez le spectateur une introspection critique, elle manifeste la prise de position, la résistance et l’intervention actives de l’artiste d’aujourd’hui face aux problèmes de son époque, elle commente les contradictions, les clivages et les dysfonctionnements de la condition humaine, elle montre les différents visages de la crise- économiques, sociaux, politiques, culturels, idéologiques, moraux.

Sa réussite ne découle pas tant de la thématique et de l’iconographie, de la narration et de la description, que de la structure picturale interne des œuvres, de leur qualité artistique, de la vérité et de l’émotion, de la vivacité et de la sincérité de la création, en proposant, parallèlement à un désengagement et une «sortie» de la crise, l’adoption de formes originales de coexistence et de communication, fondements d’une anthropologie radicalement nouvelle.

Les compositions de Party’s over – Stars over témoignent d’une affirmation et d’une progression cohérentes, qui confirment les qualités et le potentiel de sa créativité. Elles représentent une conjonction d’images et de situations multiples, une conception artistique, une pratique mentale et constructive, un chant visuel vaste, original et inventif, pluridimensionnel et suggestif, tout à la fois mature et riche en contenu, en connotations et niveaux de lecture.

Une grande installation et trois œuvres plus petites viennent compléter le projet Party’s over – Starts over. Le cerveau humain en polyester respire littéralement dans le bocal qui contient de l’eau, tandis que la balance avec les pigments brillants bleu et vert (Un jeu byzantin bleu-vert) renvoie ironiquement à la situation politique grecque actuelle. L’échelle en bois avec l’inscription: Ceci est le dernier barreau, ne posez pas le pied au-delà, évoque les mystères de l’au-delà. Le charme initial et l’attrait de l’installation aux 185 nœuds coulants faits avec des draps blancs, son calme apparent, disparaissent au profit de la tension qui nait de cet environnement étrange. A leur tour, ces œuvres confirment l’esprit singulier, l’imagination fertile, la maîtrise artistique et la magie qui opèrent dans les créations de Lydia Dambassina.

Yannis Bolis
historien d’art
commissaire du
Musée d’État d’Art Contemporain, Thessaloniki

 

Party’s over – Starts over

Lydia Dambassina started working on Party’s over – Starts over in 2008, in the aftermath of the collapse of Lehman Brothers – one of the biggest investment banks in the United States; an event that signaled the beginning of a period of financial anarchy. Her project was completed in 2011, when the crisis had already become globalized and taken dramatic and uncontrollable dimensions, causing chain reactions with unpredictable and unknown consequences, triggering morbid phenomena and pathogenic behaviors, giving rise to violent policies and practices, while hazardously detaching the economy from the sociopolitical sphere, aggravating inequalities and fault lines, dissolving any sense of hope for a recovery, bringing the collapse of the social fabric and the sense of community, solidarity and unity, degenerating collectiveness into hermetic individualism, installing in a most cynical and irreversible way a state of fear, threat and constant insecurity, forcing people to give a harsh and doubtful fight for survival, confining them to a terrifying wilderness.

The project’s title, open and ambiguous, seems to imply and demarcate the end of an era and the beginning of a new one, which, however, appears to be only a mutation and nightmarish continuation of the first one – the same phenomena are now reemerging in their extreme and radical form, as if they were the different acts of the same drama.

Setting out from conceptual art, Dambassina presents a series of staged, large-scale pictures, shot with conventional film, from the same perspective and always in the same space. Each work consists of two parts on the same surface: the upper part features the picture in its entirety, while a text -mainly excerpts from the Greek and French daily press- is placed below it. The connection between image and words, between the aesthetic and the cognitive value, figures prominently in this, as in other Dambassina works.

As in a previous project, Family story, she once more puts the text in a constant, dialectic and complementary relationship with the photograph, creating a new situation, a new body which is revealing and subversive, which warns and questions, motivates and meets its audience, stimulating the latter’s cognitive mechanisms, its conceptual and emotional functions. Sometimes, an existing photograph is the one that dictates the selection of the accompanying text, while in other cases it is the text that gives occasion to the creation of a new image. Often, a short phrase is isolated, taken out of its previous context and adapted to a new one, in order to give meaning and add tension to the image. In any case, the artist never omits to mention the source of the excerpt. The works reflect emblems of the past – alchemistical images, mystic symbols with enigmatic meanings sealed with a laconic epigram.

The perspective, the light source, the precise frontal presentation, the strictness, symmetry and balance of the direction, combined with the flawless and exhaustive technical processing of the photographs are some of the techniques employed by Dambassina in her effort to render the vital nature of her themes in Party’s over – Starts over.

Set at a neutral, internal space, in front of a white wall, the old wooden table on the first level is the dominating object – it functions as a stage and an altar, a peculiar tabernacle and a ritualistic deposition. Human forms, when present, and objects, enclosed and self-sufficient as if they were postmodern “still life”, are installed and claim their space in this spartan scenery, serving an allegorical role with regard to present-day events. Images alternate in a sequence: a carefully folded Greek flag (All ways are closed); a glass of water (Let this chalice pass from me); a headless body (Finance headless monster); a knife nailed on a bone (Meanwhile, Greece travels and travels); a plate of grapes (The Grapes of Wrath); a loaf of bread – a reference to the current adversities faced by the arts since governments are cutting cultural funding (Man shall not live on bread alone); the remains of a human brain (1330 grams of gray matter that sum up human history, its passions and doubts); the mottled plumage of a peacock – a reminder of the deceptive glamour of vanity… Then suddenly, the stage goes dark, all light disappears – Mourning: when you forbid light to enter. Images leaving their mark and haunting our minds; her pictures do not holler – they address and engage the audience in a dialogue, making a strong impression. The images become open questions and contemporary riddles; both individually and as a whole, they retain their powerful and imposing character, they revoke and claim something beyond the obvious, while their flawless aesthetic is imposing. In her compositions, the elements of sensitivity and poetry coexist with those of bluntness and cruelty, the intimate coexists with the obvious, the private with the public, the individual with the universal, the philosophical with the metaphysical dimension, melancholy with the innerness of alienation, reality with fiction, the clarity of the image with scenography, the subversive attitude with the more or less obvious symbolic references.

In a systematic way, combining the elements of personal involvement, tenacity, discipline, firm beliefs and vital questionings, she transforms the experiential images into an evocative entity, which allows a dialectic relationship between the work and the viewer, while at the same time going beyond the level of a simple artist’s statement of intent. Consciously ethical in her work, Lydia Dambassina approaches and examines the contradictions and complexities of a fragmented world that has lost its points of reference and cohesion; she depicts her vital relationship with this world, she confesses her frustrated attempts and traumatic experiences, her wounded desires and emotional insecurities on both a personal and a collective level. At the same time, she urges the audience to become involved in critical self-reflection, she expresses the readiness and the stance, the resistance and active intervention of the contemporary artist with regard to the problems of his time, she comments on the antinomies, divisions and dysfunctions of the human existence and condition, she makes references to the various aspects and manifestations of the crisis – economic, social, political, cultural, ideological, ethical.

She achieves all the above not thematically and pictographically, in a narrative or descriptive way, but structurally and internally, through the artistic style of her works, her focus on deeper meanings, on truth and emotion, on the vitality and honesty of genuine artistic creation, while proposing a disengagement and “exit” from the crisis and the adoption of new forms of co-existence and communication – indeed she argues for the establishment of a radically new anthropology.

The compositions amount to a coherent statement and formation, which confirms the qualities and potential of her creativity. This work amounts to a multifaceted connection of images and situations, to an artistic conception, a cognitive practice and construction, a cohesive visual environment, original and innovative, immersive and suggestive, yet at the same time rich and full in content, connotations and multiple readings.

A large installation and three smaller works complete the entity of the exhibition Party’s over – Starts over. A human brain made of polyester literally breathes inside a bowl filled with water, while the scale, with the glowing blue and green powders (A blue-green Byzantine toy) is an ironic reference to the current political situation in Greece. The wooden ladder with the inscription “This is the last step, don’t put your foot beyond” acts as liaison with the mysterious Beyond. The initial charm and allure of the installation, consisting of 185 nooses made of white leaves, and the semblance of quietness yield before the tension provoked by this unfamiliar environment. In turn, these works affirm the unconventional spirit, the prolific imagination, the artistic mastery and the magical attributes of Lydia Dambassina’s art.

Yannis Bolis
art historian
curator οf the
State Museum of Contemporary Art, Thessaloniki