Skip to content

Πέραν του μηδ-ενός

Μια ζυγαριά, δύο σκέλη, κι ο ενδιάμεσος δείκτης, ό,τι δείχνει, ό,τι αποσιωπεί.

Ζούμε σ’ έναν φετιχισμό μετρήσεων, όπου κυβερνητικές, επιχειρηματικές, αλλά και ατομικές πολιτικές διαμορφώνονται αναλόγως δημοσκοπικών, ή άλλων μαθηματικοποιημένων ευρημάτων. Στοιχείων που υποκρίνονται την αντικειμενικότητα της αλήθειάς τους, την αποτιμημένη της εγκυρότητα. Οι μετρήσεις συλλαμβάνουν το ειπωμένο του κόσμου. Μια καθορισμένη, εξυπηρετική γλώσσα, που επιχειρεί να κατονομάσει το ακατονόμαστο και να βυθομετρήσει την απειρία του. Αλλά η αλήθεια του κόσμου δεν εκ-δηλώνεται, δεν καθ-ορίζεται. Η αλήθεια ανήκει στο αδιατύπωτο, στο ακαθόριστο και στο άδηλο. Είναι αυτή η συνθήκη της γλώσσας, το ετερόκλητο της καταγωγής της που δεν πραγματώνει την ενότητά της. Η πολλαπλότητα του κόσμου δεν εντοπίζεται σε ευρήματα, αλλά σε ατοπήματα, στη διαφυγή των σημείων. Σημεία που εγείρουν εξαιρέσεις και ανεξιχνίαστα πεδία. Δεν υπάρχουν στατιστικά υποκείμενα, και επαληθευμένα μεγέθη, παρά μόνον ο πληθωρισμός του Ενός. Μία ανοικειότητα που δεν καταγράφεται πουθενά, γιατί δεν προσμετράται. Μια μαύρη τρύπα που διασαλεύει κάθε δυνατότητα συμπερασμάτων. Απέναντι στους ανθρώπους, κι απέναντι στην υλικότητα του κόσμου τους, δεν μπορούμε να επαληθεύσουμε τίποτε, παρά την εξαιρετικότητα μόνο της αλήθειάς του. Όπως ακριβώς το διατυπώνει κι ο Alain Badiou, στο Δεύτερο μανιφέστο της φιλοσοφίας του: “Δεν υπάρχουν παρά μόνο σώματα και γλώσσες, και κατ’ εξαίρεση υπάρχουν αλήθειες”*. Ό, τι εξέχει, ό,τι διαφεύγει της κατανόησης, αυτή η μη ιδιοποίησή του, είναι και το “μη αναγώγιμο” της αληθείας του.

Τα μετρήσιμα μεγέθη δεν είναι απολύτως αναγώγιμα στο είναι των πραγμάτων, πάντα κάτι θα διαφεύγει, κι αυτό που συνήθως αποτυπώνεται στις μετρήσεις δεν είναι παρά η πιο αδύναμη πτυχή τους. Η διάκριση αυτή, και με την διαφορά που προκύπτει, είναι που καθιστά και τα πράγματα μοναδικά, που υποστασιοποιεί την εξιστάμενη διάστασή τους, την εκστατική τους εμπειρία, μια εμπειρία που αποτιμά τον κόσμο στο μη είναι του ονόματός του. Οι μετρήσεις δεν είναι το πραγματικό των πραγμάτων, αλλά η στοιχείωσή του, ο άγονος τόπος του νοήματος, που θα διαστρέψει αυτά τα σημεία των μετρήσεων, προς την κατεύθυνση της επιθυμίας και των ιδεών. Ένας προσανατολισμός που μετατοπίζει και μεταβολίζει, ένας προσανατολισμός που διαστρέφει. Αυτό το φαντασιακό πρόταγμα που αδρανεί το υλικό του, την υλικότητα του πραγματικού, στη σφαίρα της ποιητικής του έμπνευσης. Τα αντί-κείμενα του κόσμου λοιπόν, και όχι η αντικειμενικότητά του, είναι που αποδίδουν τις μορφές του. Η υπό-κειμενοποιημένη του πρόσληψη, που γίνεται και η εμπειρική του δεξίωση, και η μορφική του ανάδυση στον τόπο του νοητού. Ο υλικός μας περίγυρος, και σ’ αυτή την εκστατική του διάσταση, συλλαμβάνεται έτσι ως μια εκφορά του Λόγου, ως μία κίνηση που βαίνει εκτός, πέραν απ’ το καθορισμένο, αμιγές είναι του, ανταποκρινόμενος στις ακρώρειες αυτών των φαντασιακών του εκτροπών και μεθέξεων. Τα πράγματα δεν αναδύονται στο είναι τους, αλλά στη νύχτα της αναμνημόνευσής τους. Υπάρχουν όπως μπορεί να υπάρχει η ύπαρξη, πέραν του υπάρχειν, όπως υποστήριζε ο Heidegger. Εκεί που κοινωνούν και τις διαφορές τους, και εκκενώνουν το είναι τους.

Ο κόσμος συγκροτείται στην διαφωρά του, σε μια πολλαπλότητα καταγωγών που εγγράφουν το είναι του. Η διαφωρά είναι πολλαπλή και επίσης πολλαπλασιαστική. Μια διασυρόμενη οντολογία, που αναλίσκεται στην διασπορά των σημείων της, στην άτακτη διαφυγή τους. Βύθιες, ριζωματικές απολήξεις, που εκβλασταίνουν στην τυχαιότητα των ανέμων. Ο βαθμός διαφωράς των πραγμάτων και των γλωσσών σηματοδοτεί ένα αδιάβατο, αλλά συγχρόνως κι ένα διαπερατό κατώφλι. Μια κυκλοφορία που επιδεινώνει τα ίχνη, αναμορφώνοντάς τα μέσω των συνευρέσεων και συνακροάσεών τους. Εντοπίζονται και εντοπίζουν. Εξασκούνται σε μια χαοτική συνθήκη που απολύει κάθε δυνατότητα μορφοποίησής τους. Εκεί που ανιχνεύονται, εκεί και εξαχνίζονται. Όσο πιο αναγνωρίσιμη είναι η διαφωρά, τόσο πιο παρεξηγήσιμη είναι στο βλέμμα του άλλου. Προσλαμβάνει, κάθε φορά, τη μορφή της παρανόησής της. Ένα φαίνεσθαι οργανωμένο στη διαστροφή και στην παρασιτική του εκφορά. Αυτή η απεριόριστη περιπλοκότητα των γλωσσών που είναι πέρα απ’ την λογική των ταυτοτήτων και των διαφορών, μία απόκλιση μόνο, μία απόκλιση γενικώς.

Τα πράγματα βέβαια είναι υλοποιημένα μέσα σε μια συγκεκριμένη γλώσσα που τα διαμορφώνει και τα νοηματοδοτεί. Μια γλώσσα που τα υπαγορεύει. Και απ’ την άλλη όμως μια σειρά μοναδικών, συμβαντικών διαστροφών που εκτρέπουν αυτή την δημιουργική διαδικασία, ενθυλακώνοντας μέσα στα πράγματα, τη δυνατότητα ενός αλλότριου νοήματος, τη διαθεσιμότητά τους σε μια άλλη σκηνή. Αυτά είναι τα αντικείμενα της τέχνης βεβαίως, αλλά κι αυτή όμως η κοινοτοπία των πραγμάτων, που διατίθενται στην ετεροτοπική της διάσταση. Η αντικειμενικότητα του κόσμου που αναλαμβάνει την εξ-αίρεσή της. Μια ριζική μεταβολή που δεν εντοπίζεται τόσο στο φαίνεσθαι της υλικότητας των αντικειμένων, όσο στο επιπρόσθετο νόημα που τους αποδίδεται. Πάνω στο σχήμα τους διαβάζουμε το ανεγγράψιμο της διαφωράς τους, μιας διαφωράς που τα εξαιρεί από τον κόσμο των πραγμάτων και από την πρακτική τους σημασία, αφιερώνοντας τα στο αλλιώς είναι τους μέσα στον κόσμο. Η σαγήνη των αντικειμένων της τέχνης, έρχεται απ’ αυτό το στοιχείο που επικάθεται πάνω στο αντικείμενο, εν είδει αστερόσκονης, διαστρέφοντάς του το είναι και αποδίδοντάς το στην ανυπαρξία του. Σε μια ανυπαρξία που ορίζεται απ’ αυτό το ίδιο, και γίνεται ο τρόπος της μοναδικής του ύπαρξης. Στο πράγμα είναι εγγεγραμμένο ένα μη φαίνεσθαι, η απόκρυψη μιας διάστασης που υπερβαίνει το είναι των πραγμάτων και καθιερώνει την υπερβατική τους σημασία. Μια διάσταση που αποδίδει και την υπερνοητή θέση του πράγματος ως ένα αντί-κείμενο μέσα στον κόσμο. Η τέχνη επενδύει πάνω σ’ αυτή την α-δυνατότητα των αντικειμένων, στην ανυπαρξία τους, στην υπερβατολογική τους διαφωρά. Το ελάχιστο, που δεν είχε καμιά απολύτως αξία, μπορεί πάνω στο αναστοχαστικό βάθρο της τέχνης να ανακτήσει την αίρεσή του, απ’ αυτό που ο Badiou θα ονομάσει “συμβαντική μεταλλαγή”. Μια θέση που καταδείχνει το ανεγγράψιμο ίχνος του πράγματος που διαβεί εν υπνώσει μέσα στην υλικότητα. Αυτή η μεγαλειώδης κίνηση του Duchamp, να εξυψώσει το πράγμα στη θέση του αντικειμένου της τέχνης, και να το διαστρέψει πέραν του είναι του, στη τροχιά της διαλεκτικοποίησής του. Το πράγμα δεν είναι έτσι το καθεαυτό πράγμα του Kant, αλλά το είναι της διαφωράς του, και γι’ αυτό το είναι της διαλεκτικής του, της διαλεκτικοποίησής του. Ένα πραγματικό πλέον αντί-κείμενο του κόσμου που διεγείρει το δίκτυο του και τη μοναδική του εμβέλεια.

Τι μετρούν λοιπόν αυτές οι ζυγαριές της Δαμπασίνα; Αν κάτι μετρούν, για την ακρίβεια αν κάτι δείχνουν, αυτό δεν είναι τίποτε άλλο απ’ την κλίμακα της διαστροφής και διαφωράς των αντικειμένων τους. Ακόμη κι εκεί που η ακολουθία των σκελών δείχνει να υπακούει σε μια λογική, μια παραγνώριση ελλοχεύει πάντα υπονομεύοντας τη σαφήνεια της ερμηνείας. Αυτά που εκτίθενται εδώ είναι πράγματα που έχουνε προηγουμένως ζυγιστεί στην εμπειρία τους. Δεν είναι αντικείμενα αδιαφορίας ή τυχαιότητας, αλλά κατηγορήματα της σκέψης που δοκιμάζουν την αντικειμενικότητά τους στην υποκειμενική έδρα της πρόσληψής τους. Θεωρήματα που επιδεικνύουν τη διαλεκτική του αντικριστού πόλου, την ανοχή και αντοχή της αμιγούς διαφοράς τους. Ό,τι αντιπαρατίθεται στα δύο σκέλη της ζυγαριάς, και υπομένει ο ενδιάμεσος δείκτης, είναι λογικές πέραν του μηδ-ενός. Οντολογικές διακρίσεις ασύμμετρων και ασύμπτωτων ταυτοτήτων που διαθέτουν τις διαφορές του κόσμου, καθώς και το περιθώριο των συσχετισμών τους. Στο βάθρο αυτών των ζυγαριών αυτό που αποτιμάται είναι από τη μια η υπερβατολογική ταυτότητα των αντικειμένων, και απ’ την άλλη το πεδίο της επίδρασής τους. Το ένα που διαβάζει το άλλο, το ένα που υπομένει το άλλο, το ένα που υπονομεύει το άλλο. Μια διαλεκτική παρουσίας και απουσίας, μια δυαδική τάξη, ένας εν τέλει “διυποκειμενικός συντονισμός”, όπως θα πει ο Lacan. Μια γλώσσα, αυτή η γλώσσα του 0 και 1, που υπαγορεύει τον Άλλον, την ακολουθία του, την εμβέλεια του μηνύματός του, και πάλιν αυτό το μήνυμα να απωθείται, να εγκαταλείπεται έρμαιο στην περιοχή του ανέκφραστου, όπως μας έδειξε κι ο Freud. Το ασημένιο σύννεφο λοιπόν μιας πετονιάς, ένας σωρός κλειδιά απ’ τα διαμερίσματα της ζωής της που ακροζυγιάζονται με μια σκόνη κόκκινου χρώματος με γραμμένη πάνω της τη λέξη sex, μια τούφα απ’ τα μαλλιά της κόρης της μαζί μ’ ένα γιάντες, μια σκόνη πράσινου χρώματος με μια σκόνη μπλε χρώματος, μια φραγκόκοτα με τ’ αυγό της, το μοναχικό αγορίστικο κεφάλι μιας πλαστικής κούκλας, μεταφορές όλα αδύνατων κατηγοριοποιήσεων, που η συναισθηματική και αισθητική όμως εμπειρία, τα συναρθρώνει όλα, μετασχηματίζοντάς τα, σε σαγήνη, σε καθαρές μορφές σαγήνης. Το πραγματικό μπορεί να αληθεύει στις διακρίσεις του, αλλά εκδηλώνεται στις διαφυγές του, στη σαγήνη των αντικειμένων του, όταν αυτά εκπίπτουν, και δεν αποκρίνονται πια. Ερμητισμοί όλα της γλώσσας, αυτό το μη αναγώγιμο του κόσμου μας, το περίσσευμά του, ό,τι δείχνει, ό,τι αποσιωπεί.

Αποστόλης Αρτινός
συγγραφέας και επιμελητής εκθέσεων σύγχρονης τέχνης

Au delà de zero-un

Une balance, deux plateaux, et le fléau entre les deux qui indique, qui tait.

Nous vivons dans le fétichisme de la mesure, où les politiques des gouvernements, des affaires, mais aussi les politiques personnelles s’infléchissent selon les découvertes des sondages ou selon des découvertes mathématisées. Eléments qui jouent avec l’apparence objective de leur vérité, de sa validité évaluée. La mesure capte les propos connus du monde; langue précise, obligeante, qui tente de nommer l’innommable et de sonder son inexpérience. Mais la vérité du monde ne peut pas s’ex-primer, se dé-limiter. La vérité appartient à l’in-firmé, à l’in-défini, à l’in-certain. Telle est la loi du langage, son origine est multiple et ne tend pas à l’unicité. La multiplicité du monde ne se révèle pas dans des découvertes, mais dans le glissement du sens, le déplacement des points. Points qui produisent des singularités et ouvrent des champs inexplorés.Il n’existe pas de sujets statistiques, ni de quantités vérifiées mais seulement de l’inflation de l’Un. Une étrangeté nulle part inventoriée, nulle part recensée. Un trou noir qui fausse toute conclusion possible. Chez l’humain, et dans le monde matériel, rien vérifiable, sinon la singularité de l’Un. Comme le formule précisément Alain Badiou, dans son séminaire public : S’orienter dans la pensée, s’orienter dans l’existence (19-10-2005) : « il n’y a que des corps et des langages, sinon qu’il y a des vérités ». Tout ce qui dépasse, tout ce qui échappe à la compréhension, cette non-appropriation de l’Un, constitue sa vérité « irréductible ».

Les quantités dénombrables ne sont pas parfaitement réductibles à l’essence des choses, quelque chose échappera toujours, et ce qui habituellement s’inscrit dans les mesures n’est que leur pli le plus faible. Cette distinction, avec la différence qui en découle, est ce qui rend les choses uniques, tangibles dans leur dimension et leur ex-istence ex-tatique, expérience qui mesure le monde à l’aune du non-être de son nom. Les mesures ne constituent pas la réalité des choses, elles structurent les choses, elles sont le lieu stérile du sens, elles orientent les critères-même des mesures en direction du désir et des idées. Une orientation qui déplace le sens, le métabolise, le pervertit. Proposition fantasmatique, elle inactive sa propre matière, ainsi que la matérialité du réel, dans la sphère de son inspiration poétique. Donc les objets-non-textes du monde, plutôt que son objectivité, sont ce qui lui donne ses formes. Sa réception subjectivée devient aussi sa réception empirique, et son émersion en tant que forme dans le lieu de l’intelligible. Notre entourage matériel, même dans cette dimension ex-statique, est perçu comme une articulation de la Parole, comme un mouvement qui tend vers le dehors, au-delà du préconçu, du coeur de l’être ; il répond bien à l’apex des réorientations et et des communions illusoires. Les choses n’émergent pas dans leur être, mais dans la nuit de leur réminiscence. Elles existent comme peut exister l’existence, au-délà de l’exister, comme le soutenait Heidegger. Là où elles partagent aussi leurs différences, et évacuent leur être.

Le monde se constitue dans sa différance, dans une multiplicité d’origines qui inscrivent son être. Différance multiple autant que multiplicatrice : ontologie discréditée, qui s’épuise dans la dissémination de ses points, dans leur fuite désordonnée. Profondes terminaisons des rhizomes qui poussent au hasard des vents. Le degré de différance entre les choses et les langues signale un seuil infranchissable autant que perméable. Une circulation qui brouille les traces, en les recomposant au gré de leurs rencontres et de leurs interférences. Points localisés et qui localisent. Qui s’impriment selon une clause chaotique qui exclue pour eux toute possibilité de prendre forme. Là où ils sont détectés est également le lieu où ils s’atomisent. Plus la différance est reconnaissable plus elle risque d’induire en erreur le regard de l’autre. Elle prend, chaque fois, la forme de sa paranoïa. Un paraître organisé selon une perversion et une énonciation parasitaire. Complexité illimitée des langues au-delà de la logique des identités et des différences, seul un déplacement, un déplacement en général.

Certes les choses sont réalisées dans une langue précise qui leur donne forme et sens. Une langue qui les dicte. Mais d’autre part, une série d’évènements pervers dévie le processus créatif, en incluant à l’intérieur des objets la possibilité d’un sens étranger, et en les rendant accessibles sur une autre scène. Tels sont les objets d’art bien sûr, mais aussi le lieu commun des choses, qui se placent dans sa dimension hétérotopique. L’objectivité du monde qui assume son hérésie. Un changement radical qui s’exerce moins sur le paraître de la matérialité des objets, que sur le sens ajouté qui leur est attribué. Sur leur forme nous lisons leur différance in-scriptible, une différance qui les soustrait au monde des objets et de leur valeur pratique, en consacrant leur être-différent dans le monde. La séduction des objets d’art vient de cet élément qui se superpose sur l’objet, telle une poussière d’étoile, en pervertissant l’être et en le rendant à son inexistence. Inexistence que cet élément-même définit, et qui devient son mode d’existence unique. Sur la chose s’inscrit un non-paraître, le masquage d’ une dimension qui dépasse l’être des choses et établit leur sens transcendant. Dimension qui exprime aussi la place supra-conceptuelle de la chose comme objet-non-texte dans le monde. L’art investit l’im-possibilité des objets, leur inexistence, leur différance transcendantale. L’infime, qui n’avait aucune valeur, peut sur le piédestal méditatif de l’art, retrouver son hérésie, ce que Badiou nommera « Transformation contingente ». (29-3-2012). Position qui démontre l’in-inscriptible trace de la chose qui, en état d’hypnose, passe dans la matérialité. Mouvement majestueux de Duchamp, d’élever la chose à la place de l’objet d’art, et de le pervertir au-delà de son être, de le placer sur l’orbite de sa dialectisation. Ainsi la chose n’est pas la chose en soi de Kant, mais l’être de sa différance, donc l’être de sa dialectique, de sa dialectisation. Dès lors, elle est un objet-non-texte du monde qui active son réseau et son rayonnement singulier.

Que mesurent donc les balances de Dambassina Si elles mesurent quelque chose, plus précisément si elles montrent quelque chose, ce n’est rien d’autre que l’échelle de la perversion et de la différance de leurs objets. Même là où la succession des plateaux semble obéir à une logique, il y a toujours le risque qu’une incompréhension fragilise la clarté de l’interprétation. Ce qui est exposé ici sont des choses précédemment pesées à l’aune de leur réalité. Elles ne sont pas des objets indifférents ou aléatoires, mais des prédicats de la pensée qui éprouvent leur objectivité dans le lieu subjectif de leur perception. Des théorèmes qui démontrent la dialectique du pôle opposé, la solidité et la force de résistance de leur pure différence. Tout ce qui, sur les deux plateaux de la balance, est opposé et étaie le fléau entre eux, est une logique au-delà de zéro-un. Distinctions ontologiques d’identités asymétriques et asymptotiques qui disposent des différences du monde, comme des marges de leurs corrélations. Sur le socle de ces balances sont pesées d’un côté l’identité transcendantale des objets, de l’autre la portée de leur influence. L’un qui lit l’autre, l’un qui supporte l’autre, l’un qui ébranle l’autre. Dialectique de présence-absence, ordre dyadique et enfin, comme dit Lacan, «coordination intersubjective». Une langue, la langue du 0 et 1, dicte l’Autre, sa séquence, la portée de son message, et ce message est à chaque fois repoussé, abandonné, livré à la région de l’inexpressif, ainsi que Freud nous l’a montré. Donc, le nuage argenté de fils de pêche, une pile de clefs des maisons de sa vie, pesés avec une poudre de couleur rouge sur laquelle s’écrit le mot sexe, une touffe de cheveux de sa fille et un bréchet, de la poudre de couleur verte et de couleur bleue, une poule et son œuf, la tête solitaire d’un garçon- poupée en porcelaine, le tout constitue un transfert de catégories impossibles, mais l’expérience émotionnelle et esthétique l’articule, le transformant en séduction, en formes de pure séduction. Le réel peut exprimer la vérité dans la diversité de ces objets, mais celui-ci se manifeste plutôt dans leur sens évasif, dans leur séduction lorsqu’ils s’échappent, et ne répondent plus. Cela constitue l’hermétisme de la langue, cet irréductible de notre monde, son excédent, ce qu’elle indique, ce qu’elle tait.

Apostolis Artinos
écrivain et commissaire indépendant d’art contemporain

Traduction: Elisabeth Peellaert, Lydia Dambassina

Beyond zer-o-ne

A pair of scales, two arms, and the pointer in the middle, what it shows, what it silences.

We live in a fetishism of measurements, where government, business, as well as individual policies are modulated in analogy to opinion polls or other mathematized findings. Elements that dissimulate the objectivity of their truth, its evaluated validity. Measurements capture what has been voiced by the world. A defined, obliging language which attempts to name the unspeakable and fathom its inexperience. But the truth of the world is not e-vinced, is not de-fined. The truth belongs to the unstated, the undefined and the imperceptible. It is this very condition of the language, the incongruity of its origin that does not realize its unity. The multiplicity of the of the world is not located in findings but in errors, in the missing of points. Points that beget exceptions and untraceable domains. Statistical subjects do not exist, verified quantities neither, only the inflation of the One. An incongruity to be registered nowhere as it cannot be admeasured. A black hole that agitates every possibility for conclusions. Regarding people and their materialistic world, we can verify nothing, but the exceptionality only of its truth. Precisely as is also worded by Alain Badiou, in his Public Seminar: “Bodies, Languages Truths” originally delivered at the Victoria College of Arts, University of Melbourne, on September 9th 2006: “There are only bodies and languages except that there are truths”. Whatever stands out, whatever is missed by comprehension, this non- appropriation of it, is also the “non reducible” of its truth.

Measurable quantities are not completely reducible to the being of things, there will always be something missing, and what is usually imprinted in the measuring is nothing more than their most tenuous fold. This distinction, together with the difference that arises, is what renders things unique, what turns into substance their existing dimension, their ecstatic experience, an experience that evaluates the world in terms of the non being of its name. Measurements are not the reality of things but its elemental structure the sterile ground of the sense, which will distort these points of measurements towards the direction of desire and ideas. An orientation that removes and metabolizes an orientation that distorts. This phantasmal proposition that inactivates its material, the materiality of the real in the sphere of its poetic inspiration. Therefore, it is the ob-jects (ob-jec-texts) of the world, and not its objectivity, which ascribe its forms. Its sub-jectified intake, which also becomes its empirical reception and its morphic emergence in the land of the conceptual. Our materialistic entourage, even in this ecstatic dimension, is thus perceived as an utterance of Speech, as a movement that moves outward, beyond the defined, pure being, responding to the apex of its illusory diversions and affiliations. Things do not emerge within their being, but in the night of their remembrance. They exist in the same way existence may exist, beyond existing, as Heidegger maintained. There where they also communicate their differences and they discharge their being.

The world is composed in its differance, in a complexity of origins that inscribe its being. The differance is multiple and also multiplicative. A disparaged ontology that is wasted in the dispersion of its points, in their disorderly escape. Demersal, rhizomatic endings which germinate in the fortuitousness of the winds. The degree of differance among the things and the languages signals an impassable, but at the same time permeable threshold. A circulation that aggravate the traces, reforming them by means of their encounters and their joint auditions. They are located and they locate. They train within a chaotic condition which dismisses every possibility of their taking form. There where they are detected they are also vaporized. The more the differance is recognizable the more misapprehended it is in the eyes of the other. Each time, it assumes the form of its paranoia. A “seem to be” organized in the distortion and in its parasitic enunciation. This unlimited complexity of languages which is beyond the logic of identities and differences, only a deviation, a deviation in general.

Surely, things are materialized within a specific language which gives them form and sense. A language that dictates them. But, on the other hand a series of unique, incidental distortions divert this creative procedure, encapsulating within the things, the possibility for an unfamiliar sense, their availability οn a different scene. These are, of course, the objects of art, but is also the commonplace of things, which are available in its heterotopic dimension. The objectivity of the world that undertakes its ex-emption. A radical change that is located not so much in the ‘seems to be’ of the materiality of objects, as in the additional sense that is ascribed to them. On their shape we read the un-inscribable of their differance, a differance that exempts them from the world of things and their practical meaning, dedicating them to their otherwise being within the world. The seduction of the objects of art derives from this element that sits upon the object, in the form of stardust, distorting its being and ascribing it to its nonexistence. A nonexistence defined by (the element) itself, and becomes the way of its sole existence. There is a ‘not to seem’ inscribed in the thing, the concealing of a dimension that exceeds the being of things and establishes their transcendent sense. A dimension that also ascribes the hyper-conceptual position of the thing as an ob-ject within the world. Art invests on this in-ability of the objects, their nonexistence, their transcentological differance. The minimal that had absolutely no value at all may, on the re-meditative pedestal of the art, regain its heresy, from that which Badiou will name “Contingent Transformation”. A position that demonstrates the non-inscribable trace of the thing which dwells dormant in materiality. This is the grandiose movement of Duchamp, to elevate the thing to the position of the object of art, and to distort it beyond its being, in the orbit of its dialecticalisation. Thus, the thing is not Kant’s thing-in-itself ( das Ding an sich) but the being of its differance and therefore the being of its dialectic, its dialecticalisation conversion. Henceforth, a real ob-ject of the world that stimulates its network and its unique range.

What is it then that these scales of Dambassina measure? If they measure anything, to be precise if they exhibit anything, this is no more than the scale of distortion and differance of their object. Even there where the sequence of arms seems to obey certain logic, there is always a misapprehension lurking to undermine the explicitness of the interpretation. What is exposed here are things that have been previously weighed within their experience. They are not objects of indifference, or fortuitousness, but predicates of thought that test their objectivity on the subjective facet of their perception. Theorems that demonstrate the dialectic of the opposite pole, the tolerance and endurance of their unadulterated difference. What is opposed in the two arms of the scale, and the middle pointer tolerates, is logics beyond zer-o-ne. Ontological distinctions of asymmetric and asymptotic identities which have at their disposal the differences of the world as well as the margin of their correlations. On the pedestal of these scales what is evaluated is on the one hand the transcendentological identity of the objects, and on the other the domain of their influence. The one which reads the other the one which tolerates the other, the one which undermines the other. A dialectic of presence and absence, a dyadic order, after all an “intersubjective coordination” as Lacan will say. A language, this language of 0 and 1, which dictates the Other, its sequence, the range of its message, and then again this message is being repelled, abandoned, drifting in the region of the inexpressive, as Freud has pointed out. Thus, the silver cloud of a fishing line, a pile of keys from the houses of her life which are barely weighed with some dust red in colour with the word sex written on it, a lock of her daughter’s hair together with a wishbone, some dust green in colour with some dust blue in colour, a kitchen with her egg, the solitary head of a boy doll made of porcelain, all metaphors of impossible categorizations, which, nonetheless, the emotional and aesthetic experience, jointly articulates, transforming them into seduction, into pure forms of seduction. The real may be true in its distinctions, but is revealed in its escapes, in the seduction of its objects, when they are deducted, and respond no more. All amounts to hermetisms of the language, the non reducible of our world, its surplus, whatever it may exhibit, whatever it may silence.

Apostolis Artinos
writer and independent contemporary art curator

Translation: Sophia Hester / Seiradaki