Skip to content

1993-1996 “Cinetic works”


Cinetic works, ©1995-96, music: Joachim Latarjet, duration 0:58

“1996”, Gallery 3, Athens

gallery 3, Athens, 1996
General view, Athens, 1996
gallery 3, Athens, 1996
General view, Athens, 1996
J’ai vu le soleil bas taché d’horreurs mystiques , 1996 plywood, 3 ceramic spheres, 3 motors, 160 X 490 cm
J’ai vu le soleil bas taché d’horreurs mystiques , 1996, plywood, 3 ceramic spheres, 3 motors,
160 X 490 cm
Untitled, 1996, aquarium, polyester, water, pump, 163x26x125 cm
Untitled, 1996, aquarium, polyester, water, pump, 163x26x125 cm
Le pave de Dusseldorf, 1996, inoxidizable iron, water, stone, motor, pot 110x38cm, variable dimension
Le pavé de Dusseldorf, 1996, inoxidizable iron, water, stone, motor, pot 110x38cm, variable dimension
Untitled, 1996, iron, glass, feathers, motor, 207X30,5X30,5 cm
Untitled, 1996, iron, glass, feathers, motor, 207X30,5X30,5 cm

 

Untitled, 1995, plywood, 13 wood spheres, 13 motors with 3 different speeds, 160x490cm
Untitled, 1995, plywood, 13 wood spheres, 13 motors with 3 different speeds, 160x490cm
1996 iron, wood, cow-skin, 2 bells, 2 electromagnetic motors, sound, 200X460cm
“1996”, iron, wood, cow-skin, 2 bells, 2 electromagnetic motors, sound, 200X460cm
De Valigia, 1997, iron, feathers, glass, motor, 90x50x30 cm
De Valigia, 1997, iron, feathers, glass, motor, 90x50x30 cm
Clepsydra, 1994, plywood, plexiglas, silkscreen, 16 motors, 166X166cm
Clepsydra, 1994, plywood, plexiglas, silkscreen, 16 motors, 166X166cm
The Last Supper,1994, plywood, airbrush, silkscreen, plexiglas,13 motors, 80X370cm
The Last Supper, 1994, plywood, airbrush, silkscreen, plexiglas, 13 motors, 80X370cm
The Immense, 1993, marble powder, plexiglas, silscreen, motor, 135x135cm
The Immense, 1993, marble powder, plexiglas, silscreen, motor, 135x135cm
Untitled,1993, plywood, plexiglas, silkscreen, motor, 135X135cm
Untitled, 1993, plywood, plexiglas, silkscreen, motor, 135X135cm
Untitled,1993, plywood, plexiglas, silkscreen, motor, 135X135cm
Untitled,1993, plywood, plexiglas, silkscreen, motor, 135X135cm

Untitled, 1993, plywood, pigment, plexiglas, silkscreen, motor, 135x135cm
Untitled, 1993, plywood, pigment, plexiglas, silkscreen, motor, 135x135cm


Cinetic works, ©1993-94, duration 0:46

 

Λυδία Δαμπασίνα
Δεν θα τοποθετήσω την δουλειά μου ιστορικά, άλλωστε δεν είναι η αρμοδιότητα μου. Είναι πολύ πιθανόν το έργο μου να έχει ¨διατυπωθεί ξανά, και μάλιστα, πάνω από μια φορά, ωστόσο, μ’ ενδιαφέρει πιο πολύ να συζητήσω την αλήθεια του παρά αν είναι καινούργιο ή όχι”.1
“Η ιστορία είναι ένας κύκλος και δεν υπάρχει τίποτα που δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει μια μέρα”.2
“Αλλά η αντανακλωμένη φάρσα η πιο ασυνήθιστη βρίσκεται αναμφίβολα στον “Pierre Menard, συγγραφέα του Κιχώτη”, ιστορία ενός συγγραφέα “ο οποίος δεν ήθελε να συνδέσει έναν άλλο Κιχώτη – πράγμα εύκολο- αλλά Τον Κιχώτη”.
Αυτός ο συγγραφέας πλασμένος από τον Μπόρχες δεν πρότεινε ν’ αντιγράψει τον Δον Κιχώτη”, αλλά “η αξιοθαύμαστη φιλοδοξία του ήταν ν’ αναπαραγάγει μερικές σελίδες που θα συνέπιπταν – λέξη προς λέξη και γραμμή προς γραμμή – μ’ αυτές του Miguel de Cervantès”.3
“Δεν υπάρχει συγγραφέας παγκόσμιας φήμης που να μην έχει σφυρηλατήσει ένα σύμβολο”4 – αυτό δε ισχύει για κάθε δημιουργό – και αν “το έργο περιέχει κάτι το μαγικό, τότε το θεωρώ ως πετυχημένο”.5
“Πάντα είχα μια έλξη για το μαγικό, το θαυμάσιο, το μη πραγματικό”.6
Θα ήθελα να είχα πίσω μου ένα γιγαντιαίο έργο, αλλά συχνά σκέφτομαι ότι “βάζω πολλή τέχνη στη ζωή μου – πολλή ενέργεια – και, κατά συνέπεια δεν μου μένουν πολλά να δώσω στην τέχνη”.7
“Σήμερα βρέχει. Αυτές οι μέρες είναι για τον χειμώνα. Αυτές οι μέρες δεν είναι για σένα. Μην σε πιάνει πανικός με την δουλειά σου. Αυτή πάντα γίνεται έστω και με καθυστέρηση”.8

Lydia Dambassina
I am not going to situate my work in a historical context, especially since that is not my domain.
It is very probable that my work has already “been formulated, even several times, however, I am more interested in discussing its true than if is new or not”.1
History is a circle and there is nothing which has not already been which will not be again one day”.2
“But the most unusual specular hoax is probably in “Pierre Menard, author of Quixote”, the story of a writer “who did not want to compose another Quixote – which is easy – but The Quixote”. This writer invented by Borges did not set to copy Don Quixote”, but “his admirable ambition was to reproduce a few pages which would coincide – word by word and line by line – with those of του Miguel de Cervantès”. 3
“There is no internationally known writer who has not forged a symbol”4 – this is true for all creators – and if “the work harbours something magical, I consider it successful”.5
“ I have always been attracted to the magical, the wonderful, the unreal”.6
I would have liked to have a gigantic work behind myself but I often think that “I put too much art into my life – too much energy – and as a result, I don’t have much left to give to art”.7
“Today it is raining. These days are for the winter. These days are not for you. Don’t panic about your work. It will always get done, even late”.8 

βιογραφικά στοιχεία
Μακρύς ο δρόμος από το μάτι έως την πένα
Διασκορπισμένη κατ’ αρχήν, στο βλέμμα των διπλωματούχων θηλαστικών, η Λυδία Δαμπασίνα γεννήθηκε από τη συνάντηση μιας τρίχας ικτίδος και της μουγκής από έκπληξη κόρης οφθαλμού ενός μελισσοφάγου γεννημένου από τη χειρονομίας της.
Η Λυδία βάλθηκε να ζωγραφίσει για να δει.
Ακούραστη σαν ένα μικρό οικογενειακό εργοστάσιο κατασκευάζει εκατομμύρια βλέμματα ένα προς ένα, μάτι προς μάτι, δόντι προς δόντι.
Αυτός είναι ο δρόμος όποιου θέλει να δει.
Ενίοτε τα μάτια της μεγάλωναν, φούσκωναν και γέμιζαν δάκρυα. Θάλεγε κανείς μάτια σε κίνηση ενός χαμαιλέοντα που τρέφεται με χρώμα.
Εγώ που κρατάω σήμερα την πένα, ήμουν εγκαταστημένος στα ζεστά, στο τρίχωμα του πινέλου, στην ρεζέρβα του μπλε.
Θέση προνομιούχου παρατηρητή. Κι ‘αν δεν είδα να περνάνε τα πληρώματα.
Η τέχνη δεν είναι πλέον ένα ζήτημα επιφάνειας.
Με το να ζωγραφίζει αδιάκοπα η Λυδία τελικά κατάλαβε. Ζούσε τη ζωή της. Έπρεπε να το συνηθίσω. Ήταν μια έκπληξη.
Να βγεις στην επιφάνεια έλεγε από μέσα της, πρέπει να βγω στην επιφάνεια κι’ άλλο κι’ άλλο για να μην βυθιστώ στο γιγάντιο μπλε, αποκοιμισμένο στο βάθος των καμβάδων.
Η τέχνη συνίσταται στην πώληση αυτών των φημισμένων επιφανειών. Η Λυδία ήταν ευτυχισμένη να τις βλέπει να γίνονται ανάρπαστες.
Αλλά πως να προστατευτείς. Πως να επανασυνδέσει την τόση εύθραυστη επιδερμίδα της ευτυχίας. Όταν κατάλαβε ότι ανανεώνεται επ’ άπειρον, ανακουφίστηκε.
Μπορούσε να στρέφει παντού τα κινητικά της μάτια και να αλλάζει το αρχικό της χρώμα.
Να επιστρέψει στην χώρα που η ακτή δεν έχει τέλος.
Εκείνη την εποχή είχα βγει από το πινέλο. Άκουγα από πολύ μακριά ν’ αντηχεί ο θόρυβος μιας μικρής σέγας. Η Λυδία επιτέλους αποφάσισε να διαβεί την γραμμή. Να διανοίξει το πέρασμα της στην άλλη διάσταση, με μεγάλη ενίσχυση διεισδυτικότητας. Γεγονός είναι ότι ο χρόνος εκτυλίσσεται πολύ κάθετα στην επιφάνεια. Το να σκάψεις μια τρύπα δεν αρκεί πλέον. Εξ ου και η σπείρα. Είναι κουτή σαν λάχανο η σπείρα. Είναι η μηχανή για ν’ ανεβάζεις και να κατεβάζεις τον χρόνο.

Τεχνική:
Τοποθετείς στην ευαίσθητη επιφάνεια την σπείρα εν κινήσει. Κάθεσαι μπροστά. Περιμένεις υπομονετικά. Είναι τότε που φεύγουν τα πουλιά του παρελθόντος. Ορμάνε στον ήλιο εκεί κάτω στον κήπο του άλλοτε, που βουίζει από τα τζιτζίκια μέσα στον καταπληκτικό βρυχηθμό μιας ιερής δύναμης που κρύβεται κάτω από τα πεύκα. Και εγώ τον ακούω ακόμη σαν ηχώ της νιότης μου.
Ο θόρυβος από μία πέτρα, μια από αυτές τις υποδιαυγείς πέτρες που μαζεύαμε στην παραλία, γεμάτη ήλιο, ευτυχία, στρόγγυλη σαν ένα μάτι.
Και μετά την πετάξαμε μαζί στο βάθος του πηγαδιού της μνήμης, για ν’ ακούσουμε επιτέλους τον θόρυβο, μακρινό μοναδικό διαυγή σκοτεινό του χαμένου χρόνου”9
“Και ο Σολομών είπε. Δεν υπάρχει τίποτα το νέο στην γη. Και όπως ο Πλάτων είχε μια φαντασίωση, ότι όλη η γνώση δεν είναι παρά μνήμη, έτσι ο Σολομών εξέδωσε την απόφαση του, ότι το νέο δεν είναι παρά λήθη”.10

notes biographiques
Long le chemin de l’œil à la plume.
Eparpillée d’abord dans le regard des mammifères diplômés Lydia naquit de la rencontre d’un poil de martre et de la pupille muette de surprise d’une mésange née de son geste.
Lydia se mit à peindre pour voir.
Infatigable telle une petite usine familiale elles fabrique des millions de regards un par un, œil par œil, dent par dent.
Tel est le chemin de qui veut voir.
Parfois ses yeux grossissaient, enflaient et se remplissaient des larmes. On aurait dit les yeux mobiles d’un caméléon mangeur de couleur.
Moi qui tiens la plume aujourd’hui, j’étais installé dans le pelage du pinceau bien au chaud dans la réserve de bleu.
Position d’observateur privilégié. J’en ai vu passer des équipages.
L’art n’est plus une question de surface.
À force de peindre sans relâche Lydia finit par comprendre. Elle était en train de vivre. Il fallait s’y faire. Ce fut une surprise.
Faire surface se dit elle, je dois faire surface encore et encore pour ne pas couler dans le bleu gigantesque endormi au fond des toiles.
L’art consiste à vendre ces fameuses surfaces. Lydia fut heureuses de se les voir arrachées à grands frais.
Mais comment se recouvrir. Comment ressouder l’épiderme si fragile du bonheur. Lorsqu’elle comprit que ça repousse à l’infini elle fut soulagée.
Elle pouvait tourner partout ses yeux mobiles et changer sa couleur d’origine. Revenir au pays où le rivage n’a pas de fin.
À cette époque j’étais sorti du pinceau.
J’attendais de très loin résonner le bruit d’une petite scie. Lydia s’était enfin décidé à franchir la ligne. À forer son passage dans l’autre dimension à grand renfort de pénétration.
C’est que le temps se déploie très perpendiculairement à la surface. Creuser un trou ne suffit plus. D’où la spirale. C’est bête comme chou la spirale. C’est la machine à remonter à descendre le temps.

Technique :
Poser sur la surface sensible la spire en mouvement. S’asseoir devant. Attendre patiemment. C’est alors qu’ils s’envolent les oiseaux du passé. Ils foncent vers le soleil là bas dans le jardin d’autrefois tout bruissant de cigales dans le ronflement formidable d’une puissance sacrée tapie sous les pins. Et moi je l’entends encore comme un écho de ma jeunesse.
Le bruit d’un caillou une de ces pierres translucides qu’on ramassait sur la plage, toute chargée de soleil, de bonheur, ronde comme un œil.
Et puis on l’a jeté ensemble au fond du puit de la mémoire, pour entendre enfin le bruit lointain unique limpide obscur du temps perdu. ”9
“Et Salomon a dit. Il n’y a rien de nouveau sur terre. Et comme Platon il avait un fantasme, que toute la connaissance n’est que de la mémoire, ainsi il a donné sa sentence, que le nouveau n’est que de l’oubli”.10

biographical notes
“At first dissipated in the gaze of diploma – holding mammals, Lydia Dambassina was born from the encounter of the hair of a marten and the pupil silenced by the surprise of one tit born from her gesture.
Lydia started to paint in order to see. Tireless, like a small family factory, she produces millions of glances one by one, eye per eye, tooth by tooth. Sometimes her eyes became bigger, swelled and filled with tears. They seemed like the mobile eyes of a color-eating chameleon. Art is no longer a question of surface. Because she painted without respite, Lydia ended up understanding. To surface, she said to herself. I have to surface again and again in order not to drown in the gigantic blue asleep in the depths of the canvases. At that time, I heard the noise of a small saw resonating in the distance. Lydia had finally decided to cross the line. To drill herself a passage into the other dimension accompanied by much penetration.
Time spreads out very perpendicularly to the surface. Digging out a hole is no longer enough. That’s what gave rise to the spiral. It’s stupid like a cabbage the spiral. It’s the machine to go back and forth in time.

Technique:
Place the moving spire on the sensitive surface, sit down in front of it. Wait patiently. That’s when the birds of the past fly away. The noise of a stone, one of those translucent stones we throw to the bottom of the well of memory to finally hear the distant unique limpid obscure noise of lost time”.9
And “Salomon said. There is no new thing upon earth. So that as Plato had an imagination that all knowledge was but remembrance; so Salomon gives his sentence, that all novelty is but oblivion”. 10


1 J.L.Borges in Otras inquisiciones,1952
2 J.L.Borges in L’Aleph, 1962, Ed. L’imaginaire/Gallimard
3 C.Grau in Borges et l’architecture, 1992, Ed.Supplementaires/C.G.Pompidou
4 J.L.Borges in Le jardin aux sentiers qui bifurquent,1942
5 L.Bourgeois in Louise Bourgeois fron M.L.Bernadac,1995,Ed. La Creation Contemporaine/Flammarion
6 R.Doisneau cited in Le Monde, 20.10.1995
7 T.Modotti in Letter from Tina Modotti to Edward Weston (1922-31)
8 A.Akrithakis in Letter from Alexis Akrithakis to Lydia Dambassina, Berlin 29.5.1980
9 Y.Fajnberg in fax from Yves Fajnberg to Lydia Dambassina, Paris 6.11.1995
10 Francis Bacon essays LVII (1561-1626) in L’Aleph 1962, Ed. L’imaginaire/Gallimard